Πολιτιστικά

Η ταφή και η ανακομιδή των λειψάνων του Παύλου Μελά

Του · · 1 λεπτό ανάγνωσης

(από το Απομνημονεύματα του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη)

“Μόλις έμαθα το τραγικό γεγονός (δηλ. τον θάνατο του Παύλου Μελά) ειδοποίησα αμέσως τους αιχμαλώτους στη φυλακή να κρατήσουν μυστικό το όνομα του αρχηγού των με την ιδέα ότι θα έμενε κρυφός ο θάνατος του Μελά. Και συγχρόνως έστειλα ένα νέο Δίνε από τη Στάτιστα να πάη και να μεταφέρη στην Καστοριά αντί γενναίας αμοιβής το σώμα του Μελά για να το θάψω. Αλλά τηλεγραφικώς είχε ειδοποιηθή από το Προξενείο το Υπουργείο και η οικογένεια Μελά για το φρικτό δυστύχημα και ο κόσμος στην Αθήνα ήταν ανάστατος.

Η τουρκική κυβέρνησις έμαθε από τηλεγραφήματα από τας Αθήνας ότι έπεσε ο Μελάς, ο γαμπρός του Δραγούμη (είχε γίνει μεγάλος θόρυβος στον τύπο) και διέταξε τηλεγραφικώς τις αρχές να εξετάσουν καλύτερα τα συμβάντα και να ανακαλύψουν το σώμα του σκοτωμένου. Μυρμηκιά στρατού έφτασε στη Στάτιστα την ίδια σχεδόν στιγμή που είχε φτάσει και ο Δίνε κι έτσι αυτός μη προφταίνοντας πια να μεταφέρη ολόκληρο το σώμα έκοψε το κεφάλι και το μετέφερε στο Πισοδέρι όπου το έθαψαν στην εκκλησία. Ο στρατός ανακάλυψε το ακέφαλο σώμα και το μετέφερε στην Καστοριά. Το έφερε στο Διοικητήριο τη στιγμή ακριβώς που είχαμε διοικητικό συμβούλιο. Από το παράθυρο είδα το στρατό να φέρνη ένα σώμα και ρώτησα τον καϊμακάμη. Αυτός μου είπε ότι είναι δήθεν το σώμα του Μήτρου Βλάχου. Έπειτα κατέβηκε στην αυλή, εμάζεψε όσα γράμματα βρέθηκαν επάνω του και τα έφερε στο συμβούλιο. Τα γράμματα απευθύνοντο στον κύριο Τζέτζα, ψευδώνυμο του Μελά, και μεταξύ αυτών ήταν και πολλά δικά μου με το ψευδώνυμο μου Κώστας και με ιδιαίτερο κρυπτογραφικό αλφάβητο με λατινικούς χαρακτήρες. Όλα δείχναν πως ήταν κάποιος αρχηγός Τζέτζας, τίποτε δεν μαρτυρούσε πως ήταν ο Μελάς. Τότε με ρώτησε ο καϊμακάμης ποιος είναι ο σκοτωμένος. Του απάντησα: «Ονομάζεται Τζέτζας και δεν ξέρω τίποτα περισσότερο». Με ξαναρώτησε «Ποιο είναι το πραγματικό όνομα του;» Και του απάντησα πάλι ότι πιστεύω το πραγματικό όνομα του να είναι Τζέτζας. Για να μ’ αναγκάση να πω το πραγματικό όνομα, επειδή και η κυβέρνησις και το παλάτι περίμεναν εναγωνίως να μάθουν το αποτέλεσμα, ο καϊμακάμης εδήλωσε ότι ο σκοτωμένος είναι Βούλγαρος και θα φέρη από το Απόσκεπο Βουλγαρόπαπα για να τον θάψουν οι Βούλγαροι σε βουλγάρικο χωριό. Του απάντησα ότι το όνομα είναι ελληνικό, τα γράμματα ήταν μεν συνθηματικά αλλά μέσα σ’ αυτά ήταν και μερικά ελληνικά γραμμένα, ανώνυμα κι αυτά, κανένα όμως βουλγάρικο. Επομένως ο σκοτωμένος ήταν Έλληνας κι έπρεπε να μου τον παραδώση για να εκτελέσω τα τελευταία προς αυτόν καθήκοντα. Αυτός όμως επέμενε μέχρις εσχάτων να παραδώση το σώμα στους Βουλγάρους.

Τότε βλέποντας την επιμονή του ειδοποίησα κρυφά τη νεολαία της Καστοριάς να τρέξη στο Διοικητήριο και με φωνές να απαιτεί το σώμα του Έλληνα οπλαρχηγού για να το θάψη. Αμέσως φθάσαν εκατοντάδες πολλές στην αυλή του Διοικητηρίου και σύμφωνα με τις οδηγίες μου φώναζαν όχι θα παραλάβουν το σώμα του Έλληνα. Έγινε πολύς θόρυβος μα ο καϊμακάμης ήταν ανένδοτος. Τότε έξω φρενών βγήκα από το Διοικητήριο και πήγα στο απέναντι σπίτι του Μιμτάσμπεη όπου ήταν μαζεμένοι όλοι οι μπέηδες της Καστοριάς και τους ανέφερα την αθλία στάσι του καϊμακάμη και δείχνοντας το απέναντι συναθροισμένο πλήθος τους είπα ότι θα χυθή πολύ αίμα στην Καστοριά, γιατί ο ελληνικός λαός είναι μεθυσμένος, και πολύ δίκαια, από αγανάκτησι, και είμαστε αποφασισμένοι κι εγώ και ο λαός μου να πέσουμε απάνω στο πτώμα του Τζέτζα. Και μαζί μας βέβαια θα πέσουν και πολλοί Τούρκοι, πράγμα που δεν το θέλω, γιατί ως σήμερα έζησε πάντα ειρηνικά καί φιλικά ο τουρκικός λαός με τον ελληνικό και είναι άδικο τώρα για το πείσμα ενός ξένου (ο καϊμακάμης ήταν από άλλο μέρος), που σήμερα είναι εδώ και αύριο δε θα είναι, να διαταραχτούν οι φιλικές αυτές σχέσεις και να καή μια πόλις τόσο πολιτισμένη σαν την Καστοριά. Στο τέλος έκανα έκκλησι θερμή στα πατριωτικά τους αισθήματα και τους εσύστησα να μεσολαβήσουν αποφασιστικά ώστε να λυθή ειρηνικά το ζήτημα.

Φαντάζεται κανείς την ψυχολογική μου κατάστασι. Ήμουν αποφασισμένος να μη φύγω από το Διοικητήριο ζωντανός, αν δεν πάρω το σώμα του Μελά. Ευτυχώς οι μπέηδες επείστηκαν στα λόγια μου, ανέβηκαν εν σώματι στο Διοικητήριο κι εδήλωσαν στον καϊμακάμη ότι πρέπει να παραδώση το σώμα σε μένα ή να φύγη από την Καστοριά. Μπροστά στο δίλημμα αυτό, γιατί οι μπέηδες ήταν πανίσχυροι στον τόπο, ισχυρότεροι κι από τον καϊμακάμη, αναγκάστηκε να μου παραδώση το σώμα την ώρα πια που άρχιζε να σκοτείνιαζα Το μετέφερα αμέσως στο μητροπολιτικό μέγαρο και κείνη τη νύχτα δεν κοιμηθήκαμε διόλου. Το θρηνήσαμε όλη την νύχτα και την άλλη μέρα πολύ πρωί, όπως είχα υποσχεθεί στον καϊμακάμη, το έθαψα με λίγους ανθρώπους της εμπιστοσύνης μου, για να αποφύγω άλλους θορύβους και συγχύσεις του λαού. Τον έθαψα στο νεκροταφείο αντίκρυ από τη Μητρόπολι. Την ίδια ώρα και δω στην Αθήνα γινόντουσαν μνημόσυνα και μεγάλος πάταγος, πράγμα που εγώ ακόμα το αγνοούσα. Εκ του προχείρου του έκανα ένα μικρό επιτάφιο μνήμα, οι Έλληνες της Καστοριάς δεν ήξεραν ακόμα καλά-καλά ποιος είναι, που κι ως σήμερα νομίζω σώζεται.

Κοινοποίηση