Νίκος Καββαδίας : “-Ταλέντο, για να ξέρεις, είναι να είσαι άνθρωπος. Αυτό λέω εγώ ταλέντο”

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε σαν σήμερα στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλονιάς.  Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.

Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά.

Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά αρχικά στην οδό Φραγκιαδών στη Φρεαττύδα και μετά στην οδό Βούλγαρη 118, πολύ κοντά στο Πασαλιμάνι. .

«Μετακομίσαμε στον Πειραιά, όπου ο Καββαδίας τελείωσε το Δημοτικό στη σχολή αδελφών Μπάρδη. Συμμαθητές του ο Γιάννης Τσαρούχης και ο παπα-Πυρουνάκης. Εκεί στο Δημοτικό άρχισε να εκδηλώνει κάποια κλίση προς το γράψιμο» λέει η Τζένια Καββαδία σε κείμενο που δημοσιεύεται στο ydronaftes.gr για τον αδελφό της, τον ποιητή της θάλασσας, τον Νίκο Καββαδία, ο οποίος έγινε ευρύτερα γνωστός μετά τη μελοποίηση των ποιημάτων του.
Ηταν το 1921 και λίγους μήνες αργότερα στο μεγάλο λιμάνι αρχίζουν να καταφτάνουν τα πρώτα κύματα των προσφύγων από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η Τζένια Καββαδία για τις βόλτες τους σημειώνει: «Τ’ αγόρια πήγαιναν και στο θέατρο Χρυσοστομίδη στο Πασαλιμάνι, στον Καραγκιόζη, στον κινηματογράφο».

Ενώ για την κατάστασή τους τότε λέει: «Ο πατέρας προσπάθησε να βρει κάποια δουλειά στα βαπόρια των συγγενών. Δεν κατάφερε να σταθεί – δεν τον βοήθησαν. Τότε πουλήθηκαν τα κοσμήματα της μάνας και ό,τι ακριβό υπήρχε μέσα στα σπίτι. Αργότερα με έναν άλλον πρόσφυγα, πλούσιο επιχειρηματία της Πετρούπολης, ο πατέρας άνοιξε ένα μικρό κατάστημα τροφίμων, κοντά στο Πασαλιμάνι, με ένα μεγάλο δωμάτιο στο πίσω μέρος. Εκεί μαζεύονταν οι ρώσοι εμιγκρέδες του Πειραιά, περνούσαν τ’ απογεύματα πίνοντας βότκα και κάνοντας σχέδια και προγράμματα επιστροφής στην πατρίδα. Ένας τόπος συνάντησης ναυαγών χωρίς σωτηρία. Απέναντι ακριβώς βρισκόταν το παλιό Γυμναστήριο του Πειραιά και εκεί έρχονταν τ’ απογεύματα να παίξουν και να γυμναστούν ο Νίκος Καββαδίας και τ’ αδέρφια του, κάτω από την αυστηρή επίβλεψη του πατέρα».

Οπως περιγράφει η Τζένια Καββαδία: «Στον Πειραιά ο Καββαδίας και τ’ αδέρφια του τελειώσανε και το Γυμνάσιο. Εκεί είχε συμμαθητή τον γιο του Παύλου Νιρβάνα, τον Κώστα Αποστολίδη, που του γνώρισε τον πατέρα του. Μένανε σ’ ένα σπίτι στο Νέο Φάληρο. Ο Καββαδίας πήγαινε συχνά – η αυστηρή παρακολούθηση του πατέρα είχε χαλαρώσει».
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά. Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως “ναυτόπαις” τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό “Άγιος Νικόλαος”.

Το 1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού, ενώ το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα, λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής, χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης και γίνεται μέλος του ΕΑΜ. Την ίδια ακριβώς περίοδο γίνεται και μέλος του ΚΚΕ. Εντάσσεται, επιπλέον, στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, παρά το γεγονός ότι είχε τυπώσει τότε μόνο ένα βιβλίο, το Μαραμπού, ενώ το όριο ήταν τα τρία βιβλία. Είναι όμως ενεργός λογοτεχνικά, γράφοντας ποιήματα, ορισμένα εξ αυτών αντιστασιακά, με πιο χαρακτηριστικό το ποίημα “Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη”. Στις αρχές του 1945 γίνεται επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών, θέση την οποία παραχωρεί στις 6 Οκτώβρη του ίδιου έτους στον Νικηφόρο Βρεττάκο, εξαιτίας της αναχώρησής του από την Ελλάδα με το πλοίο “Κορινθία”. Η ασφάλεια τού έδωσε άδεια, καθώς θεωρείτο ανενεργός κομμουνιστής[1][2].

Από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.

Παράλληλα όταν δεν ταξίδευε με πλοία του εμπορικού ναυτικού σύχναζε σε καφενεία στην Ακτή Μιαούλη.

Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, παρουσία πολλών ανθρώπων των γραμμάτων και της τέχνης.

About kymaeditor

Check Also

Πέθανε ο Άγγελος Αντωνόπουλος – Θλίψη για τον σπουδαίο ηθοποιό

Σε ηλικία 94 ετών έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος ηθοποιός Άγγελος Αντωνόπουλος, σκορπίζοντας βαθιά θλίψη …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *