2,2 εκατ. ευρώ για μεταφορά νερού θα δοθούν μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου για να καλυφθούν οι ανάγκες 10 άνυδρων νησιών πέφτουν σε ένα «βαρέλι χωρίς πάτο», ενώ η σαφώς πιο οικονομική και λογική λύση, δηλαδή η δημιουργία των απαραίτητων υποδομών σε κάθε νησί… μετατίθεται για την επόμενη χρονιά σύμφωνα με άρθρο του Γ. Λιάλιου και της “Καθημερινής”.
Ο γενικός γραμματέας Αιγαίου, Γιάννης Γιαννέλης- Θεοδοσιάδης, υπέγραψε με καθυστέρηση σύμβαση με τη μοναδική στη χώρα μας εταιρεία που ασχολείται με τη μεταφορά νερού προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες δέκα νησιών από τον Ιούνιο (δηλαδή, τον προηγούμενο μήνα, αφού η σύμβαση καθυστέρησε να υπογραφεί) μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου. Πιο συγκεκριμένα, η σύμβαση προβλέπει τη μεταφορά 36.000 κυβικών μέτρων νερού στην Πάτμο, 25.600 κυβικών στην Κίμωλο, 23.500 κυβικών στην Αμοργό, 23.300 κυβικών στους Λειψούς, 17.600 κυβικών στο Καστελόριζο, 15.000 κυβικών στη Λέρο, 10.000 κυβικών στην Ηρακλειά, 7.500 κυβικών στη Δονούσα, 6.100 κυβικών στο Αγαθονήσι και 3.500 κυβικών στη Σύμη (περιοχή Πανορμίτη). Συνολικά, 168.100 κυβικά μέτρα πόσιμου νερού.
Αν οι ποσότητες που θα χρειαστούν είναι μικρότερες, τότε ο ανάδοχος (που είναι η εταιρεία Κυκλάδες ΙΝΕ) θα αποζημιωθεί με το 80% του ποσού. Αντίστοιχα, ο ανάδοχος επιβαρύνεται με πρόστιμο για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην παράδοση του νερού. Το νερό προέρχεται από τις εγκαταστάσεις της ΕΥΔΑΠ στο Λαύριο για τις Κυκλάδες και από γεωτρήσεις στην Κάλαθο της Ρόδου για τα Δωδεκάνησα.
Η μεταφορά κάθε κυβικού νερού κοστίζει 10,40 ευρώ. Με βάση την τελευταία σύμβαση λοιπόν, η «Κυκλάδες ΙΝΕ» θα λάβει 1,7 εκατ. ευρώ. Με βάση τη δίμηνη σύμβαση που προηγήθηκε (Απρίλιος – Μάιος) η εταιρεία θα λάβει ακόμα 618.000 ευρώ. Και λέμε «θα λάβει» γιατί ο ιδιώτης δεν έχει εξοφληθεί (προ διημέρου εξοφλήθηκε ο Απρίλιος) και σύμφωνα με δημοσιεύματα εφημερίδων των Κυκλάδων, απειλεί να σταματήσει τη μεταφορά στη μέση της τουριστικής περιόδου, καθώς οι συσσωρευμένες οφειλές του Δημοσίου είναι υψηλές. Σημαντικές οφειλές υπάρχουν και έναντι ιδιώτη (εταιρεία Sychem) που μετέφερε πέρυσι μονάδα αφαλάτωσης στη Μύκονο, κατ’ εντολή του υπουργείου, καθώς οι δύο μονάδες του νησιού χάλασαν στη μέση της τουριστικής σεζόν.
Ανεξάρτητα με το αν η Γενική Γραμματεία Αιγαίου είναι συνεπής στις οικονομικές της υποχρεώσεις, είναι η… αιωνίως προσωρινή λύση της μεταφοράς νερού η πιο συμφέρουσα; Είναι σίγουρα η μόνη, ελλείψει ενός συνολικού, συνεκτικού σχεδίου για την εγκατάσταση, συντήρηση και λειτουργία μονάδων αφαλάτωσης στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Χαρακτηριστικό είναι, όπως κατέδειξε έρευνα της «Κ» στις 8/3/2015, ότι σε 7 από τα νησιά, στα οποία μεταφέρεται νερό (Πάτμος, Πανορμίτης Σύμης, Λειψοί, Λέρος, Δονούσα, Αμοργός, Κίμωλος) οι αφαλατώσεις έχουν αγοραστεί, αλλά δεν έχουν εγκατασταθεί.
Είναι απαγορευτικό το κόστος των υποδομών που θα λύσουν το πρόβλημα των άνυδρων νησιών; Το αντίθετο. Η μεταφορά νερού έχει κοστίσει από το 2006 έως πέρυσι 71 εκατ. ευρώ (μόνο το 2014 περίπου 5,5 εκατ. ευρώ), όταν τα απαιτούμενα έργα, τα οποία θα καλύψουν όλες τις ανάγκες σε επίπεδο υποδομών, εκτιμώνται στα 3,1 εκατ. ευρώ. Υπολογίζεται δε ότι το κόστος παραγωγής πόσιμου νερού σε μια μονάδα αφαλάτωσης, την οποία θα διαχειρίζεται ένας ιδιώτης, είναι 1,5 ευρώ/κυβικό (συν 0,40 ευρώ/κυβικό ηλεκτροδότηση), ποσό πέντε φορές χαμηλότερο. Αν κάθε άνυδρο νησί διέθετε μια λειτουργούσα μονάδα αφαλάτωσης, τότε η μεταφορά νερού (με την όντως πολύ έμπειρη εταιρεία) θα χρησιμοποιούνταν μόνο ως λύση ανάγκης. Ολα δείχνουν ότι και φέτος η υπόθεση της υδροδότησης των νησιών θα βρεθεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και πάλι στην επικαιρότητα…
Στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, κερδίζει έδαφος και ένα νέο μοντέλο, η εγκατάσταση και λειτουργία μονάδων αφαλάτωσης από ιδιώτες. Η πρώτη ιδιωτική μονάδα δημιουργήθηκε στη Μήλο το 2007, καλύπτοντας τις ανάγκες του νησιού. Ανήκει στην Αιολική Μήλου, ενώ την κατασκευή και διαχείριση έχει η ελληνική εταιρεία Sychem. Η ίδια εταιρεία λειτουργεί δύο ιδιωτικές μονάδες αφαλάτωσης στην Κρήτη, καλύπτοντας ανάγκες των δήμων Ηρακλείου και Μαλεβιζίου. Η πιο πρόσφατη ιδιωτική μονάδα δημιουργήθηκε στην Υδρα. Τη μελέτη, κατασκευή και λειτουργία της ανέλαβε η επίσης ελληνική εταιρεία ΤΕΜΑΚ.