Στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο της Αλοννήσου, ένα από τα μεγαλύτερα της Μεσογείου, η κατάδυση σε ένα υποθαλάσσιο μουσείο αποτελεί εμπειρία ζωής.
Γύρω στο 425 π.Χ, ένα εμπορικό πλοίο φορτωμένο με πάνω από 3.000 αμφορείς κρασιού από την αρχαία Μένδη στην Χαλκιδική και την αρχαία Πεπάρηθο, δηλαδή την Σκόπελο, δεν κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του, πιθανότατα την Αθήνα.
O αρχαιολόγος Αχιλλέας Διονυσόπουλος, μιλά για το αρχαιότερο ναυάγιο στον κόσμο που είναι επισκέψιμο. Βρίσκεται σε βάθος περίπου 20 με 30 μέτρα και επειδή έχει γείρει σε έναν ομαλό βυθό κατάφερε να μείνει στο σημείο, χωρίς να καλυφθεί ανάμεσα σε αμμώδεις επιφάνειες και βραχώδεις εξοχές, χωρίς να παρασυρθεί από τα κύματα.
Το ναυάγιο ανακαλύφθηκε τυχαία το 1985 και με καθυστέρηση οι ενάλιοι αρχαιολόγοι άρχισαν τις υποβρύχιες ανασκαφές. Από το 2020 που ξεκίνησε η λειτουργία του Θαλάσσιου Πάρκου, φτάνουν επισκέπτες από όλο τον κόσμο και περισσότεροι από 1.000 έχουν καταδυθεί, σύμφωνα με τον κ. Διονυσόπουλο.
Το ξύλινο κύτος βορά στον χρόνο και στην θάλασσα έχει αποσυντεθεί, αλλά οι αμφορείς παραμένουν σχεδόν άθικτοι διάσπαρτοι στο βυθό.
O Γιώργος Νίκου, αρχαιολόγος, εξηγεί ότι οι επισκέπτες φτάνουν με οργανωμένες ομάδες και μπορούν να καταδυθούν υπό την επίβλεψη των ειδικών δυτών αρχαιολόγων. «Λόγω βάθους απαιτείται κάποιος να είναι πιστοποιημένος δύτης Β΄ επιπέδου». Παράλληλα, γίνεται και ψηφιακή ξενάγηση για εκείνους που επιθυμούν να δούν το ναυάγιο, αλλά αδυνατούν να καταδυθούν.
Ένα έργο ενταγμένο στο πρόγραμμα της Περιφέρειας Θεσσαλίας χρηματοδοτούμενο από ευρωπαϊκά κονδύλια με την συμμετοχή πολλών υπηρεσιών, το οποίο φέρνει πιο κοντά τον αρχαίο κόσμο στην σύγχρονη εποχή για θαυμασμό και μελέτη.