ζησε 101 χρόνια. Και αν έγραφε κανείς τον βίο της Αλίκης Περρωτή, που πέθανε προχθές θα μπορούσε να διηγηθεί ολόκληρα «κεφάλαια» από την παγκόσμια ιστορία του 20ου αιώνα: από το επιχειρηματικό ελληνικό δαιμόνιο του πατέρα της Θεόδωρου Κωνσταντόπουλου που ίδρυσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Καρπίδα την πρώτη ελληνική πολυεθνική κατασκευαστική, την Αρχιρόδον ως τα Δεκεμβριανά που τα πέρασε στο πατρικό της, Αμαλίας 42 απέναντι από το Ζάππειο. Και από εκεί στους κύκλους της ελίτ στην Νέα Υόρκη και το Trump Tower όπου συναντούσε στο ασανσέρ τον νυν πρόεδρο των ΗΠΑ. Κυριολεκτικά καλλονή μέχρι τα γεράματά της, αποτυπωμένη σε έργο δια χειρός Αντι Γουόρχολ, η εκλιπούσα άφησε πίσω της μια σπουδαία παρακαταθήκη πατριωτισμού και με φανερές και κρυφές ευεργεσίες. Ξεχωρίζει η μεγάλη δωρεά τη δεκαετία του ’80 στο Kωνσταντοπούλειο Νοσοκομείο στη Νέα Ιωνία, που πήρε το όνομά του προς τιμήν των γονέων της, Μαρούλας και Θεόδωρου Κωνσταντόπουλου, μια ακόμα στο Ναυτικό Νοσοκομείο και επίσης στη Σχολή Ευελπίδων. Διαχρονική ήταν η στήριξή της προς την Αμερικανική Γεωργική Σχολή με σπουδαία έργα. Η Αλίκη Περρωτή αποτύπωσε με το παράδειγμά της πως να είσαι ευκατάστατος αλλά ταπεινός, σεβαστικός, γενναιόδωρος, κάτι που πολύ λείπει από τη σημερινή διεθνή τάξη των εχόντων. Προσωπικότητα άλλης κοπής, την οποίαν γνώρισα χάρις στον επιστήθιο φίλο της πτέραρχο ε.α. Γιάννη Ιωαννίδη, ο οποίος υπήρξε πρόσωπο απόλυτης εμπιστοσύνης για πολλές δεκαετίες.


Από κοντά ήταν πάντοτε προσηνής και στις προσκλήσεις που έκανε στο σπίτι της Εκάλης, εντυπωσιαζόταν κανείς με τις διηγήσεις της που δεν είχαν στόχο να τραβήξουν την προσοχή, παρέπεμπαν όμως σε μυθιστόρημα. Διότι η τύχη με περίεργο τρόπο έπαιξε τεράστιο ρόλο στη ζωή της. Πάνω από όλα όμως η ίδια δεν έβαζε ποτέ το χρήμα αλλά το ήθος. Και αυτό το απέδιδε στην ανατροφή της: «Μεγάλωσα με δύο καταπληκτικούς γονείς αυστηρών αρχών. Ο πατέρας μου, ένας λαμπρός μηχανικός που είχε κάνει μεγάλη περιουσία πριν από τον πόλεμο, έχασε όλα του τα χρήματα, αρνούμενος να παει με τους Γερμανούς, όπως έκαναν κάποιοι συνάδελφοί του. Εμένα, επειδή γνώριζα εξαιρετικά γερμανικά λόγω της Γερμανικής Σχολής όπου φοιτούσα, με πήρε μαζί του για να τους πω κατευθείαν στη γλώσσα τους ότι δεν επρόκειτο να συνεργαστεί μαζί τους. Ούτε φοβόταν ούτε λογάριαζε κάτι. Ήταν παλικάρι. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κατάφερε να σταθεί στα πόδια του και να μεγαλουργήσει, πάντα με αρχές και αξίες, προσφέροντας στην ανοικοδόμηση της χώρας, αλλά ανοίγοντας τα φτερά του και στο εξωτερικό με την “Αρχιρόδον”, από τον Λίβανο και τη Λιβύη έως τη Σαουδική Αραβία. Και οι δύο μου γονείς ήταν εκπληκτικοί άνθρωποι, που νοιάζονταν πάντα για τους μη έχοντες» μου ελεγε σε μια συνέντευξη για το περιοδικό «Κ» το 2018.
Με πατρικό σπίτι στην καρδιά της Αθήνας, βρέθηκε στο επίκεντρο των μαχών το 1944. Οι σφαίρες έπεφταν σαν το χαλάζι: «Ο πατέρας μου κατέβηκε να δει τι είχε γίνει και οι αντάρτες πυροβόλησαν τον θυρωρό μπροστά στα μάτια του. Κρυφτήκαμε όλοι οι ένοικοι στα υπόγεια της πολυκατοικίας και δεν είχαμε ούτε φαγητό ούτε νερό για έναν μήνα. Κατάφερα να επικοινωνήσω με τη Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή και τους είπα: “Βοηθήστε μας, μας σκοτώνουν!”. Μέσα σε λίγες ημέρες οι πολυκατοικίες μας επιτάχθηκαν, σωθήκαμε και οι Βρετανοί έστειλαν στρατιώτες για να μας φυλάνε». Η επικοινωνία της με τους Αγγλους της άλλαξε την μοίρα. Διότι ετσι γνώρισε τον πρώτο της σύζυγο, Μπόμπι Μπαρτόλομιου. Ηταν από τους νεαρούς Βρετανούς αξιωματικούς που έκαναν βάρδια στην πολυκατοικία της για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Η επιθυμία μου να πάω στο Λονδίνο να ζήσω ήταν τέτοια, που παρακάλεσα τον Μπόμπι να έρθει να με ζητήσει από τον πατέρα μου. Εκείνος τα έχασε, διότι δεν είχαμε δεσμό, μόνο απλή γνωριμία. Στο τέλος συναίνεσε για να μου κάνει το χατίρι. Είπε μάλιστα στον πατέρα μου ότι δεν έχει καθόλου χρήματα. Παρ’ όλα αυτά, ο Κωνσταντόπουλος έδωσε την έγκρισή του και έτσι παντρευτήκαμε στην Αθήνα. Λίγο πριν περάσουμε τα στέφανα, έμαθα από έναν Βρετανό ταγματάρχη πως ο Μπόμπι ήταν από πολύ πλούσια οικογένεια. Καθώς όμως τα χρήματα τα είχε ο πατέρας του, εκείνος αισθανόταν ότι δεν του ανήκουν. Ήταν ένας σεμνότατος άνθρωπος και ένας πολύ γλυκός πατέρας στην κόρη μας» θυμόταν στη συνομιλία μας το 2018.
Όμως ο ερωτας της ζωής της θα ήταν ο εφοπλιστής Δημήτρης Περρωτής. Τον γνώρισε σε μια εκδήλωση, όταν παντρεμένη ακόμα με τον Μπαρτόλομιου, εκείνος της ζήτησε για χορό και μετά από ένα τέταρτο της έκανε ερωτική εξομολόγηση και πρόταση γάμου. Εκείνη αρνήθηκε. Η πολιορκία του συνεχίστηκε. Της έγραφε μυστικά γράμματα για δυο χρόνια και όταν έμαθε ότι πρόκειται για λίγο να έρθει στην Ελλάδα κ άθισε όρθιος δύο μερόνυχτα έξω από την πολυκατοικία της Αμαλίας, για να τη δει. Στο τέλος η επιμονή του την έπεισε. Χώρισε και τον παντρεύτηκε. Μετά τον θανατό του τελευταίου έκανε και έναν τρίτο γάμο με τον δικηγόρο της Σεθ Φράνκ. Η ζωη της πέρασε ανάμεσα στην Ελλάδα, την Αμερική και διάφορα πολυτελή θέρετρα. Γνώρισε και συναναστράφηκε μεγάλες προσωπικότητες σαν τον Αλέξανδρο Ιόλα, επιχειρηματίες παγκόσμιου βεληνεκούς, αγόρασε από τους πρώτους διαμέρισμα στον Πύργο Τραμπ, γέυτηκε τη ζωή με το κουτάλι. Όχι μόνο δεν αλλοιώθηκε αλλά αγάπη της για το μέτρο και την ηθική έγινε πιο ισχυρή. «Ειμαι τυχερή που μπορώ να μοιράζομαι ο,τι έχω έλεγε»
Αυτό που την είχε πολύ πικράνει στην Ελλάδα ιδιαίτερα την δεκαετία του 1980 όταν έκανε την δωρεά για το Κωσταντοπούλειο, ηταν η τότε καχυποψία προς τους πλούσιους: «Ξέρετε, εμείς οι Έλληνες έχουμε φθόνο, και ακόμα και όταν αυτό δεν χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά μας, δεν ξέρουμε να πούμε “ευχαριστώ”. Όταν αποπερατώθηκε το έργο, δεν πήρα ποτέ ένα χαρτί, μια επιστολή με τη λέξη “ευχαριστώ” από την ελληνική πολιτεία» έλεγε πικραμένη. Ευτυχώς αυτή η αντιμετώπιση με τα χρόνια άλλαξε. Η πατρίδα της αναγνώρισε την τεράστιά της προσφορά όταν το 2022, η τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου της απένειμε το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη του Τάγματος της Ευποιίας, που πήρε η πολυαγαπημένη της εγγονή Θεοδώρα Βαλεντή.Οι επόμενες διοικήσεις του Κωσταντοπούλειου την τίμησαν δεόντως όπως και άλλοι δωρεολήπτες.
Η κηδεία της έγινε σήμερα στη 1μ.μ
Πηγή: Καθημερινή, Μαργαρίτα Πουρνάρα