Πολιτική

Η μοναδική συνέντευξη του Μουσολίνι σε Έλληνα δημοσιογράφο

Του · · 1 λεπτό ανάγνωσης

Στις 24 Ιανουαρίου 1936, ο δημοσιογράφος της εφημερίδας “Ελεύθερης Γνώμης’, Αλέκος Λιδωρίκης (1907-1988), συνάντησε στη Ρώμη, τον Ιταλό δικτάτορα, Μπενίτο Μουσολίνι, στο γραφείο του δεύτερου, μέσα στο Παλάτσο Βενέτσια. Αυτή θα ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ένας Έλληνας δημοσιογράφος θα έπαιρνε συνέντευξη απ’ τον Ντούτσε, γεγονός που καθιστά αυτό το δημοσίευμα ιστορικής αξίας.

Τον Νοέμβριο του 1935, η Κοινωνία των Εθνών επέβαλε οικονομικές κυρώσεις στην Ιταλία, οι οποίες όμως δεν ήταν και ιδιαίτερα σκληρές, γι’ αυτό και αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές. Αυτές τις κυρώσεις τις είχε υπερψηφίσει και η Ελλάδα, γεγονός που όπως θα δούμε, είχε ενοχλήσει ιδιαίτερα τον δικτάτορα.

Ο Αλέκος Λιδωρίκης πέρασε 8 μέρες στη Ρώμη μέχρι να καταφέρει να συναντήσει τον Μουσολίνι. Το αίτημά του έγινε δεκτό από τον υπουργό Τύπου και Προπαγάνδας, (αλλά κυρίως γαμπρό του Μουσολίνι), Γκαλεάνο Τσιάνο στις 22 Ιανουαρίου.

Και στις 24 Ιανουαρίου, στις 6 το απόγευμα, βρέθηκε μπροστά στην Ντούτσε, μέσα σε μια αχανή αίθουσα, στην “Υδρόγειο”, όπως έλεγαν το γραφείο του δικτάτορα. Ο Λιδωρίκης περιγράφει γλαφυρά :

“Βρίσκομαι εμπρός στον Μουσολίνι (…) Πριν φθάσω εντελώς μπροστά του σηκώνεται μηχανικά. Όρθιος, στητός, έκφραση κάπως βλοσυρή, θεατρικά μεγαλοπρεπέστατη. Το χέρι του απλώνεται σε έναν βαρύ φασιστικό χαιρετισμό. Μιμούμαι”…

-Είσθε ο κ. Λιδωρίκης, αρχισυντάκτης της ‘Ελευθέρας Γνώμης’; λέει αργά και με κοιτάζει μέσα στα μάτια.

-Μάλιστα, εξοχότατε…

Σωπαίνει μερικές στιγμές. Μικροί βηματισμοί. Και στέκεται και πάλι στην ίδια θέση. Σε αυτή τη θέση που μένει όρθιος 40 ολόκληρα λεπτά της ώρας, όσα ηθέλησε να με κρατήσει. Όρθιος εκείνος. Όρθιος και εγώ απέναντί του, από του τραπεζιού την άλλη άκρη.

-Σας δέχτηκα υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ζητήσετε συνέντευξη. Όσα θα πούμε θα ήθελα να μη δημοσιευτούν. Η Ιταλία βρίσκεται σε πόλεμο. Οι ώρες είναι κρίσιμες. Και έπαυσα να δίνω συνεντεύξεις από πολύν καιρό…

Αυτό που ενδιαφέρει τον Έλληνα δημοσιογράφο είναι το σχόλιο του Ντούτσε για αυτόν τον “διμέτωπο πόλεμο”, με τον οποίο βρίσκεται αντιμέτωπη η Ιταλία. Απ’ τη μία ο “πόλεμος στην Αβησσυνία”, και απ’ την άλλη οι “κυρώσεις”. Στο άκουσμα της τελευταίας λέξης, ο Μουσολίνι εκνευρίζεται. Χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι και σχολιάζει:

-Λοιπόν… Ποτέ δεν παρουσίασε τέτοια ενότητα, τέτοια χαλυβδωμένη ομοιογένεια και θέληση να υπερνικήσει τα εμπόδια. Κυρώσεις! Ποιον βλάπτουν οι κυρώσεις; Την Ιταλία; Η Ιταλία έχει απόθεμα εθνικισμού, πίστεως, δυναμικότητας”…

Ο λόγος του στη συνέχεια θα γίνει ακόμα πιο επιθετικός, κάνοντας μία έμμεση αναφορά στην Ελλάδα.

“-Μα εξοχότατε -του λέγω- η Ελλάς και ορισμένα άλλα κράτη, μικρά ως είπατε και σεις, δεν θα έπρεπε να ακολουθήσουν την κοινή απόφασιν της Κοινωνίας των Εθνών; Αυτή είναι η γνώμη σας; Και εν τοιαύτη περιπτώσει, τι θα έπρεπε να κάνουν;

-Με ερωτάτε ως Έλλην; Θέλετε να εντοπίσω την απάντησίν μου εις το κεφάλαιον ‘Ελλάς’; Έστω. Με την Ελλάδα μας συνδέει σύμφωνον φιλίας. Δι’ αυτό, ηδιαφόρησε η Ελλάς. Ηκολούθησε την Κοινωνίαν των Εθνών. Τον βρετανικόν ιμπεριαλισμόν, δηλαδή. Το αποικιακόν παιχνίδι της Αγγλίας.

Αλλά η Ελλάς, ειδικώς, δεν είχε λόγον να ακολουθήσει ολοκληρωτικώς τα κυρωτικά μέτρα. Ημπορούσε να διατηρήσει τας επιφυλάξεις της. Να κάμει όπως έκαμαν η Χιλή ή Ουρουγουάη, και άλλα ξένα κράτη. Αλλά όχι. Προχώρησε απολύτως. Μας κρίνει αυστηρότατα. Εφαρμόζει τα κυρώσεις.

“Πιστεύω όμως ότι η Ελλάς δεν έπρεπε να λησμονήσει ότι είμεθα γείτονες, ότι τα παράλια μας αντικρίζονται, ότι αύριον, εις μίαν χειροτέραν έκρηξιν, που την απεύχομαι, δεν την συμφέρει να έχει απέναντί της μίαν Ιταλίαν οργισμένην…”.

Και, μιλώντας ξανά για την Ελλάδα, θα συμπληρώσει και αυτό:

“… Ημείς είμεθα πάντοτε φίλοι της Ελλάδος! Προσπαθούμεν. Θα προσπαθήσομεν να είμεθα…”.

Και ενώ ο Λιδωρίκης πιστεύει ότι η κουβέντα τους έφτασε στο τέλος, αιφνιδιάζεται από τις ερωτήσεις που του θέτει ο Μουσολίνι. Από ό, τι φαίνεται, ενδιαφέρεται πολύ για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας και έτσι τον ρωτά για τον Βενιζέλο, τον Σοφούλη, τον Τσαλδάρη και τον “μακαρίτη πλέον στρατηγό Κονδύλη, με τον οποίον είχε συναντηθεί στη Ρώμη.

Ο  Έλληνας δημοσιογράφος, σε μια προσπάθεια να δώσει στον αναγνώστη του μία εικόνα για τον άνθρωπο που είχε μπροστά του, θα σχολιάσει:

“Έχει μίαν γοητεία μυστική, ιδιότυπο, κυριαρχική. Δικαιολογεί κανείς πώς επί έτη δεκατέσσερα κατόρθωσε ο άνθρωπος αυτός, πιέζων, υποτάσσων, καταλύων, να παρουσιάζεται ως ο Μεσσίας, ο σωτήρ της Ιταλίας, τουλάχιστον σε μια σημαντική μερίδα Ιταλών.

Είναι ένας Τύραννος, Τύραννος όμως ισχυρός. (…) Αν πέσει, όταν πέσει, θα πέσει πολυθόρυβα. Με γδούπο τρομερό. Με συνεπείας τραγικάς. Θα πέσει και θα παρασύρει. Θα συντριβεί και θα συντρίψει. Η πτώση του, αν έλθει, θα συνοδεύεται με μελωδία σατανική. Θρήνων, καταστροφών και αίματος”.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε σε τρεις συνέχειες, από τις 2 έως τις 4 Φεβρουαρίου και θεωρήθηκε τεράστια δημοσιογραφική επιτυχία. Μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε και σε μια σειρά από εφημερίδες του εξωτερικού.

Πηγή: Άρθρο του  Κώστα Μανιάτη στο News 247.gr

Κοινοποίηση