Πλήρης ημερών έφυγε τα ξημερώματα της Τετάρτης, 22 Ιουλίου, σε ηλικία 91 ετών, η Μαίρη Λίντα, μία από τις σπουδαιότερες και πιο εμβληματικές φωνές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, στο Γηροκομείο Αθηνών όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια.
Με την απώλεια της σημαντικής τούτης ερμηνεύτριας, που η φωνή της συνδέθηκε με ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του λαϊκού, αλλά και του έντεχνου τραγουδιού, κλείνει ένα τεράστιο κεφάλαιο για την ελληνική μουσική σκηνή. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες όλων όσων σχετίσθηκαν μαζί της και στη ζωή και καλλιτεχνικά, η Μαίρη Λίντα, πάντοτε υπήρξε μια αρχοντική, καλωσυνάτη, διακριτική και μετριόφρωνα, παρά το τεράστιο ταλέντο και την επιτυχία της και πάντα χαμογελαστή παρουσία κι η απώλειά της αφήνει ένα αφάνταστο κενό σε όλες τις κλίμακες.
Η Μαίρη Λίντα γεννήθηκε ως Μαρία Δημητρακοπούλου (ή Δημητροπούλου) στις 9 Νοεμβρίου 1935 στον Πύργο Ηλείας, μέσα σε μια πολυμελή και φτωχή οικογένεια και κατόπιν μεγάλωσε στον Κολωνό στην Αθήνα. Δείχνοντας το πλούσιο ταλέντο της από πολύ νωρίς, ξεκίνησε τα πρώτα της βήματα στο τραγούδι και τον χορό, συμμετέχοντας αρχικά στα «Ταλέντα» του Ορέστη Λάσκου και στη συνέχεια σε βαριετέ και καμπαρέ της εποχής. Πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία με το τραγούδι του Κώστα Καπλάνη «Πικρό ποτήρι».
Κομβική στιγμή στη σταδιοδρομία της, αλλά και την προσωπική ζωή της υπήρξε η γνωριμία της με τον σπουδαίο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού και μεγάλο συνθέτη αξέχαστων επιτυχιών, Μανώλη Χιώτη, με τον οποίο παντρεύτηκαν το 1959 και υπήρξαν ζευγάρι για περίπου μία δεκαετία. Πρώτη φορά, τον συνάντησε στο πάλκο. «Ήταν φίρμα ο Χιώτης. Εγώ, τότε έβγαινα. Ήμουν 11 – 12 χρόνων». Λίγα χρόνια αργότερα, ξεκίνησε μια ταραχώδης σχέση, γεμάτη πάθος και έρωτα, ένα διαζύγιο και ο οριστικός χωρισμός. Αλλά και η στερνή συνάντησή τους έμελλε να είναι πάλι σε ένα πάλκο, στο γνωστό κέντρο της εποχής «Σεραφίνο». Τότε, όπως ομολογεί κι η ίδια, «ο κόσμος φώναζε στον Χιώτη: “φίλησέ τη” κι “εκείνος, πέταξε το μπουζούκι κι έφυγε. Αν με είχε φιλήσει θα ήμασταν μαζί. Τότε ήταν η τελευταία φορά που τον είδα».
Μαζί με τον Χιώτη, η Μαίρη Λίντα δημιούργησε ένα από τα πιο επιτυχημένα και δημοφιλή ντουέτα στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, φέρνοντας μίαν άλλη, καινούργια, πιο κοσμοπολίτικη και πιο φρέσκα μορφή στο λαϊκό τραγούδι. Επιπλέον εμφανίστηκαν και σε δεκάδες θρυλικές ταινίες της «χρυσής εποχής» του ελληνικού κινηματογράφου. Το 1961 στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης πήρε το Α’ βραβείο με το τραγούδι «Απαγωγή».
Χάρις στον Χιώτη, η Μαίρη Λίντα είχε την ευτυχία να ερμηνεύσει κάποια τραγούδια, όπως «Περασμένες μου αγάπες», «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς», «Διώξε με», «Ηλιοβασιλέματα», «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω», τα οποία έχουν παραμείνει κλασικά στη δισκογραφία, αλλά και παντοτινά επίκαιρα στο στόμα των κατοπινών γενεών και συνεχίζουν να συγκινούν έως σήμερα.
Το 1964, κατά τη διάρκεια περιοδείας της με τον Χιώτη στις Ηνωμένες Πολιτείες, τραγούδησε στο Λευκό Οίκο προς τιμήν του Αμερικανού προέδρου, Λίντον Τζόνσον. Στον κατάλογο των δημοφιλών θαυμαστών του ζεύγους ανήκε επίσης ο θρυλικός Άντονυ Πέρκινς καθώς και η παγκοσμίου φήμης σοπράνο Μαρία Κάλλας.
Μετά το διαζύγιό της από τον Μανώλη Χιώτη, η Μ. Λίντα παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Θεοχάρη, με τον οποίο απέκτησε τη μοναχοκόρη της. Σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις της είχε μιλήσει ανοιχτά για τις μεγάλες δυσκολίες που πέρασε σε αυτόν τον γάμο μέχρι να πάρει την απόφαση να αποχωρήσει. Ωστόσο, όπως ομολογούσε στην υπόλοιπη ζωή της η Μαίρη Λίντα: «το μόνο που λείπει από τη ζωή μου και θα λείπει για πάντα, είναι ο Χιώτης” και πάντοτε διερωτώταν “γιατί χωρίσαμε; Εγώ φταίω! Δεν υπάρχουν τέτοιες αγάπες σήμερα…».
Η Μαίρη Λίντα εξακολούθησε με μεγάλη επιτυχία να ερμηνεύει τραγούδια σε πίστες και συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό για πολλές δεκαετίες ακόμη. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η συμβολή της κι η ερμηνεία της σε έργα άλλων μεγάλων δημιουργών (όπως του Μίκη Θεοδωράκη στο «Αρχιπέλαγος», αλλά και του Μάνου Χατζιδάκι).
Αργότερα ο ίδιος ο μεγάλος συνθέτης Μ. Θεοδωράκης, αναφερόμενος στη συμβολή τεράστιων λαϊκών φωνών στη διάδοση των έργων του κι εξισώνοντας τη Μ. Λίντα με άλλα “μεγάλα τέρατα” της λαϊκής μουσικής σκηνής, ομολογούσε : «Σκέφτομαι πως εκείνες οι μοναδικές ερμηνείες του Μπιθικώτση, του Χιώτη, της Λίντας και του Καζαντζίδη δεν θα μπορούσαν να γίνουν αν δεν υπήρχε διάχυτο και ισχυρό το αίσθημα της φιλίας και του αμοιβαίου θαυμασμού. Πίστευα στις φωνές και στην τέχνη τους σαν να ‘τανε θεοί. Ίσως τα ίδια αισθήματα να γέμιζαν τότε τις καρδιές τους για μένα, για να τα τραγουδήσουν με κείνη την απαράμιλλη τέχνη που έκανε όλους τους Έλληνες κυριολεκτικά να μεθύσουν με το τραγούδι». Οι τελευταίες της εμφανίσεις σε νυχτερινά μαγαζιά ήταν την σεζόν 1995-1996 με την Χαρούλα Αλεξίου στο νυχτερινό κέντρο Νεφέλη, την σεζόν 2002-2003 με την Γλυκερία στο νυχτερινό κέντρο Χάραμα και την σεζόν 2011-2012 με την Άννα Βίσση στο νυχτερινό κέντρο Rex. Η ίδια σε συνεντεύξεις της υτπήρξε πάντοτε γενναιόδωρη με τη νέα γενιά καλλιτεχνών, τονίζοντας σε συνεντεύξεις της πως «αφού με ρωτάτε για τη μουσική σήμερα, πιστεύω γενικά ότι οι νέοι πάνε μπροστά, υπάρχουν και πολύ καλοί μουσικοί».
Το 2013 είχε μεταβεί με τον Πέτρο Ίμβριο στον Καναδά για την ενίσχυση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία των τριών μητροπόλεων (Μόντρεαλ, Οττάβα, Τορόντο), στα οποία διατέθηκαν και τα έσοδα των συναυλιών που πραγματοποίησαν κι ήταν αφιερωμένες στα 70 χρόνια των διμερών διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας-Καναδά.
Η φωνή κι ο τρόπος ερμηνείας της στην πίστα έχει επηρεάσει πολλές σημαντικές τραγουδίστριες από τις νεώτερες γενιές. Κάποιες από αυτές, όπως η η Χαρούλα Αλεξίου, η Άννα Βίσση, η Κωνσταντίνα και η Δήμητρα Γαλάνη ή η Γλυκερία, με τις οποίες είχε κιόλας συνεργαστεί στο παρελθόν, έχουν αναφερθεί με ένθερμο τρόπο στο ταλέντο και το μοναδικό τρόπο τραγουδιού της.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, η Μ. Λίντα επέλεξε να ζει στο Γηροκομείο Αθηνών, διατηρώντας άσβεστα για πάντα τα θεμελιώδη εκείνα γνωρίσματα που τη χαρακτήριζαν πάντοτε ως άνθρωπο σε ολάκερη τη ζήση της: την αξιοπρέπεια, την ευγένεια και το ζεστό της χαμόγελο. Με τον θάνατό της πέφτει άλλη μία γέφυρα που ένωνε το σημερινό τραγούδι με εκείνη την αξέχαστη εποχή της ακμής μιας δισκογραφίας που εξέφραζε την αυθεντική ψυχή μιας Ελλάδας στη μεταπολεμική της μετάβαση και που ανήγαγε το λαϊκό τραγούδι σε καθοριστικό της συστατικό.
Πηγή:ΑΜΠΕ